Η ιστορία ενός φτερού

Έσπασε για μια στιγμή ο Ουρανός.

Άνοιξε μια ρωγμή.

Από μέσα φάνηκε γαλάζιο και ασημί.

Ένα φτερό βγήκε από τη ρωγμή.

Άρχισε να πέφτει στριφογυρίζοντας.

Ένα λευκό απαλό φτερό σε ελεύθερη πτώση.

 

Πρώτα συνάντησε μια βουνοκορφή.

Χαιρέτησε το σοφό βουνό με τα χιόνια.

«Γεια σου σοφό βουνό. Πώς αντέχεις το κρύο από τα χιόνια;»

«Είμαι από πέτρα, το χάρισμα μου είναι να αντέχω.

Αντέχω στο χρόνο και έτσι μαζεύω σοφία.»

 

Το φτερό έπεσε πιο χαμηλά και συνάντησε έναν αετό.

Χαιρέτησε τον αετό με τα μεγάλα φτερά.

«Γεια σου αετέ τι μεγάλα φτερά»

«Τα φτερά μου με βοηθάνε να πετάω ψηλά.

Βλέπω τα πάντα από εδώ.

Όλα φαίνονται υπέροχα από ψηλά.

Μοιάζουν όλα ένα.»

 

Συνέχισε να πέφτει το φτερό και συνάντησε ένα Δέντρο.

«Γεια σου Δέντρο, τι ωραία φύλλα και κλαδιά που έχεις»

«Αυτά τα φύλλα και τα κλαδιά με βοηθάνε να φτάνω όλο και πιο ψηλά.

Πιο ψηλά και πιο κοντά στον ουρανό»

 

Το φτερό έπεφτε και πέρασε δίπλα από ένα λουλούδι.

«Καλημέρα λουλούδι, τι ωραίο άρωμα και χρώμα που έχεις»

«Η ομορφιά είναι ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα.

Δίνω στον κόσμο την ομορφιά μου για να βλέπουν όλοι σε τι όμορφο κόσμο ζούμε»

 

Και το φτερό έπεφτε ώσπου συνάντησε ένα αγόρι.

Στάθηκε πάνω στον ώμο του.

«Γεια σου αγόρι»

Το αγόρι δεν άκουσε

«Θα νομίζει ο,τι έφυγα από την πλάτη του και δεν δίνει σημασία»

Εκείνη τη στιγμή το φτερό θαμπώθηκε από κάτι που έλαμπε.

Ήταν η καρδιά του αγοριού.

 

Πήγε πιο κοντά και τι να δει;

Το αγόρι είχε για καρδιά ένα σμαράγδι.

Ένα φωτεινό πράσινο σμαράγδι.

Το φτερό κατρακύλησε προς την καρδιά.

Ήταν τόσο ζεστά εκεί.

 

«Γεια σου αγόρι» , είπε ξανά, «Τι ζεστή και λαμπερή καρδιά που έχεις»

«Γεια σου φτερό, από που ήρθες;

Δεν είχα πάντα αυτήν την καρδιά ξέρεις.

Πριν λίγο καιρό ήταν σκοτεινή και παγωμένη, σαν ένα κομμάτι μαύρο πάγο.

Ο Ήλιος ήρθε μια Κυριακή στα μάτια μιας κοπέλας, τότε άρχισε να λιώνει ο πάγος.»

 

«Βλέπεις το ποτάμι που τρέχει ανάμεσα στις αμυγδαλιές;»

Γύρισε το φτερό και είδε τις απέραντες εκτάσεις με αμυγδαλιές.

Πράσινες, γεμάτες καρπούς, να υψώνονται με χαρά και δύναμη προς το φως.

Κάτω στις ρίζες τους το ποτάμι κυλούσε με ευγνωμοσύνη και πότιζε τις αμυγδαλιές μέχρι να χυθεί στη θάλασσα. Έβλεπε το φτερό και δεν χόρταινε από την ομορφιά.

 

«Αυτό το ποτάμι σχηματίστηκε από τον πάγο που έλιωσε και από τα δάκρυά μου.

Ζεστάθηκε πια η καρδιά μου και τώρα είναι φωτεινή γεμάτη χρώμα και λάμψη»

«Πρώτη φορά βλέπω τόσο όμορφη καρδιά» είπε το φτερό.

«Τροφοδοτεί το χαμόγελο και τα μάτια σου με αγάπη και γλυκύτητα.»

«Και ευγνωμοσύνη» συμπλήρωσε το αγόρι «για τον Ήλιο που ήρθε στη ζωή μου»

Χαμογέλασε το αγόρι και ο ουρανός έγινε πιο γαλάζιος,καθώς και το τελευταίο σύννεφο έσβησε.

 

«Όμως εσύ φτερό από που έρχεσαι;»

«Εγώ έρχομαι από πολύ ψηλά.

Έπεσα από ένα άγγελο που ζει ανάμεσα στα σύννεφα και στα αστέρια.

Εκείνος με έβγαλε από τα μεγάλα φτερά του και μου είπε.

«Μικρό που πούπουλο θέλω να πέσεις στη Γη.

Ένας παράδεισος είναι και εκεί.

Θα συναντήσεις μαγικά πράγματα.

Θα καταλάβεις που πρέπει να σταθείς.

Υπάρχουν και εκεί άγγελοι.

Να σταθείς δίπλα τους σαν σημάδι από μένα και να τους πεις ότι τους περιμένουμε σπίτι».

 

Το αγόρι χαμογέλασε πάλι και ο ήλιος σαν να δυνάμωσε το φως του.

«Ξέρω τώρα» είπε το φτερό «Θα σταθώ σε σένα που η καρδιά σου είναι ζεστή και το χαμόγελό σου διώχνει τη σκοτεινιά» Και το φτερό στάθηκε στην πλάτη του αγοριού και ενώθηκε με τα υπόλοιπα φτερά του.

 

Το αγόρι ήταν χαρούμενο με το νέο του φίλο και με τα νέα που έφερνε.

Έτρεξε στις αμυγδαλιές να πιει λίγο δροσερό νερό από το ποτάμι.

Μετά θα πήγαινε να δει τον Ήλιο.

 

Φλώρα.